ΕΛΑ
Ελα οι
δυό μας για να
πάμε
σε μια
κρυφή ακρογιαλιά,
μόνοι στο
κύμα να μιλάμε
στου δειλινού
τη σιγαλιά.
Εκεί που
ο ήλιος μόνος
πάει
στη θάλασσα
για να πνιγεί,
και τις
αχτίδες του
σκορπάει
από αγάπη
και στοργή.
Να γύρω
στο κορμί σου
πάνω
κι αγάλι
ν’ αποκοιμηθώ,
να πώ αξίζει
να πεθάνω
κι από
καημούς να λυτρωθώ.
Ελα αγρίεψε
η Αθήνα
δεν είναι
όπως στα παλιά,
έγινε ανία
και ρουτίνα
κλαβιά
και μόχθος η
δουλειά.
| ΣΤΟ
ΤΑΒΕΡΝΑΚΙ
Στης γειτονιάς
το ταβερνάκι
με τους
παλιόφιλους
παρέα,
με της
ρετσίνας το
κρασάκι
περνώ τα
γερατιά ωραία.
Μακρυά
από τη βιοπάλη
και μια
ζωή φουρτουνιασμένη,
με δίχως
έννοιες στο
κεφάλι
χαρά στο
χρόνο που μου
μένει.
Κάθε γουλιά
και ευφροσύνη
κάθε κουβέντα
ιστορία,
και η ευχή
για καλοσύνη
φτάνει
η θλίψη κι η
πικρία.
Μακάρι
σ’ όλους τέτοιες
ώρες
με ευτυχία
και γαλήνη,
και οι
ελπίδες χρυσοφόρες
για την
παγκόσμια την
ειρήνη.
|